Γλωσσάρι

Α καππέλλα: Μουσική που τραγουδιέται από τη χορωδία χωρίς συνοδεία μουσικών οργάνων,όπως γινόταν π.χ.την εποχή της Αναγέννησης στην Καππέλλα Σιστίνα στο Βατικανό. 

Αντίστιξη: Όταν πολλές φωνές τραγουδούν συγχρόνως διαφορετικές μελωδικές γραμμές, αλλά όλες μαζί ακούγονται όμορφα. 

Αρμονία: Όταν πολλές φωνές τραγουδούν συγχρόνως από μια διαφορετική νότα, αλλά όλες μαζί ταιριάζουν όμορφα στο αυτί μας. Για παράδειγμα, με μια κίνηση του χεριού μπορούμε να παίξουμε στο πιάνο ή στην κιθάρα περισσότερες νότες ταυτόχρονα,που όλες μαζί θα ηχούν ωραία. 

Άρια: Έτσι λέμε ένα τραγούδι στην όπερα. Η άρια παίζει σημαντικό ρόλο. Μέσω αυτής ο ήρωας εκφράζει τα συναισθήματά του,τις σκέψεις του και αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας του. 

Βαθύφωνος (μπάσος): Η χαμηλότερη αντρική φωνή. Μοιάζει με το τρομπόνι. Συχνά ερμηνεύει ρόλους ηλικιωμένων και σοφών ανδρών ή και κωμικούς ρόλους. Ο Ντον Μπαζίλιο είναι βαθύφωνος. 

Βαρύτονος: Η μεσαία αντρική φωνή. Μοιάζει με το κόρνο ή το τσέλο. Συχνά είναι αντίπαλος του τενόρου και διεκδικεί την αγαπημένη του κεντρικού ρομαντικού ήρωα.Ο Φίγκαρο είναι βαρύτονος. 

Έγχορδα: Τα όργανα της κλασικής ορχήστρας που ο ήχος τους παράγεται από τον παλμό των χορδών. Στην ομάδα αυτή ανήκουν το βιολί, η βιόλα, το βιολοντσέλο και το κοντραμπάσο. 

Εισαγωγή: Είναι ένα ορχηστρικό κομμάτι, που ακούγεται συνήθως πριν σηκωθεί η αυλαία. Σκοπό έχει να μας εισάγει στη διάθεση του έργου, να καταλάβουμε αν είναι χαρούμενο ή τραγικό. Μπορεί να λέγεται επίσης ουβερτούρα ή πρελούδιο ή, σε όπερες του μπαρόκ, συμφωνία. 

Κοντράλτο: Η χαμηλότερη γυναικεία φωνή. Μοιάζει με τη βιόλα. Συχνά, στη ρομαντική όπερα ερμηνεύουν χαρακτήρες ηλικιωμένων γυναικών ή μαντισσών.

Κουαρτέτο: Όταν τέσσερις μουσικοί παίζουν μαζί ή όταν τέσσερις τραγουδιστές τραγουδούν μαζί. 

Κουίντα: Πλάγιο παραπέτασμα στη σκηνή του θεάτρου, που κρύβει τη θέα προς τα παρασκήνια. 

Κρουστά: Όργανα της κλασικής ορχήστρας που ο ήχος τους παράγεται είτε όταν τα κτυπάμε με ειδικές ξύλινες μπαγκέτες είτε όταν τα κτυπάμε μεταξύ τους.Τέτοια όργανα είναι τα τύμπανα, η γκραν κάσα, τα κύμβαλα, το τρίγωνο, το ταμπούρο κ.ά. 

Λάιτ μοτίφ: Όρος που προέρχεται από ταΓερμανικά και σημαίνει «καθοδηγητικό μοτίβο». Πρόκειται για μια μελωδία ή γενικά μια μουσική ιδέα που συμβολίζει ένα πρόσωπο, χώρο, ιδέα, σκέψη, θεϊκή παρέμβαση. Κάθε φορά που την ακούμε καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για το ίδιο πράγμα. Το λάιτ μοτίφ είναι χαρακτηριστικό 
στοιχείο στις όπερες του Βάγκνερ. 

Λιμπρέτο: Το κείμενο της όπερας. Ο συγγραφέας που το γράφει λέγεται λιμπρετίστας. 

Μεσόφωνος (μετζοσοπράνο): Η μεσαία γυναικεία φωνή. Μοιάζει με το όμποε ή το κλαρινέτο στη χαμηλή του έκταση. Οι ρόλοι που ερμηνεύει είναι πολυποίκιλοι: μητέρες, τσιγγάνες, μάγισσες, υπηρέτριες. Μερικές φορές ερμηνεύει και ρόλους νέων ανδρών. Η Μπέρτα στο έργο μας είναι μεσόφωνοςήκοντράλτο. 

Μιούζικαλ: Μουσικό θεατρικό έργο ανάλογο με την όπερα αλλά με περισσότερους διαλόγους πρόζας, δηλαδή χωρίς τραγούδι. Συνήθως, η υπόθεση έχει καλό τέλος. Εμφανίζεται κυρίως στις αγγλοσαξονικές χώρες κατά τον 20ο αιώνα. 

Μπελ κάντο: Στα Ιταλικά σημαίνει «ωραίο τραγούδι». Στην ουσία είναι μία τεχνική των τραγουδιστών της όπερας. Άνθισε στην ιταλική όπερα του μπαρόκ. Επίσης, ορισμένοι αναφέρονται με αυτό τον όρο και σε Ιταλούς συνθέτες του Ρομαντισμού, στο Ροσσίνι, το Μπελλίνι και το Ντονιτσέττι. 

Ντουέτο: Όταν δύο μουσικοί παίζουν μαζί ή όταν δύο τραγουδιστές τραγουδούν μαζί. 

Οπερέτα: Μουσικό θεατρικό είδος. Στις οπερέτες η υπόθεση είναι πιο ανάλαφρη από την όπερα, η μουσική εύθυμη και υπάρχουν πολλοί πεζοί διάλογοι.Το τέλος του έργου είναι συνήθως καλό. Η οπερέτα καλλιεργήθηκε κυρίως στο Παρίσι και στην Βιέννη. Και στην Ελλάδα, όμως, έχουμε εξαίρετους συνθέτες οπερέτας όπως ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης και ο Νίκος Χατζηαποστόλου. 

Παρασκήνια: Ό,τι βρίσκεται πλάι, πίσω και κάτω από τη σκηνή. 

Πνευστά: Όργανα της ορχήστρας, των οποίων ο ήχος παράγεται με το φύσημα στο επιστόμιο του οργάνου. Χωρίζονται σε ξύλινα, όπως το φλάουτο, το όμποε, το κλαρινέτο, το φαγκότο και το σαξόφωνο, που όμως σπάνια παίζει στην ορχήστρα και σε χάλκινα, όπως η τρομπέτα, το κόρνο, το τρομπόνι και η τούμπα. 

Πράξη: Κάθε θεατρικό έργο χωρίζεται σε πράξεις. Κάθε πράξη έχει τη δική της υπόθεση και τη δική της κορύφωση. Τα έργα που έχουν μια μόνον πράξη λέγονται μονόπρακτα. 

Ρετσιτατίβο: Έτσι λέγεται η τραγουδιστή απαγγελία ενός ή περισσότερων μονωδών. Στα μέρη αυτά προχωράει γρήγορα. 

Σκάμμα (ή τάφρος) της ορχήστρας: Ο χώρος που βρίσκεται μπροστά και λίγο χαμηλότερα από τη σκηνή. Εκεί μπαίνουν οι μουσικοί της ορχήστρας για να παίξουν. Είναι απαραίτητο ο χώρος αυτός να είναι πιο χαμηλά από τη σκηνή έτσι ώστε οι μουσικοί της ορχήστρας να μην εμποδίζουν τους θεατές να βλέπουν καλά. 

Σκηνή: Σκηνή του θεάτρου είναι ο χώρος όπου παίζουν οι ηθοποιοί και οι τραγουδιστές. Σκηνή ενός έργου είναι ένα μέρος από μία πράξη του. 

Σκηνικά: Είναι ο,τιδήποτε δημιουργεί την εικόνα μιάς παράστασης. Μπορεί να είναι κατασκευές που απεικονίζουν κτήρια ή ένα απλό πανί στο οποίο έχουν ζωγραφιστεί τοπία ή ό,τι άλλο αποφασίσουν ο σκηνοθέτης με τον σκηνογράφο. 

Σταγκόνια: Είναι οι μεγάλες σιδερένιες βέργες που βρίσκονται πάνω από τη σκηνή. Πάνω στα σταγκόνια οι τεχνικοί κρεμούν τα φώτα ή και τα σκηνικά. 

Τενόρος (οξύφωνος): Η ψηλότερη αντρική φωνή. Μοιάζει με την τρομπέτα. Συνήθως, στη ρομαντική όπερα υποδύεται τον ήρωα. Ο κόμης Αλμαβίβα είναι τενόρος. 

Τρίο: Όταν τρεις μουσικοί παίζουν μαζί ή όταν τρεις τραγουδιστές τραγουδούν μαζί. 

Υψίφωνος (σοπράνο): Η ψηλότερη γυναικεία φωνή. Μοιάζει με το βιολί και το φλάουτο σε έκταση και ποιότητα. Η υψίφωνος συχνά είναι η κύρια ηρωίδα της όπερας και εκφράζει την αγνότητα και τη νεανικότητα. Η Ροζίνα στον Κουρέα της Σεβίλλης ερμηνεύεται στην παράστασή μας από υψίφωνο.Φινάλε: Το τελικό μέρος του έργου. 

Χορωδία: Είναι μια ομάδα τραγουδιστών που τραγουδούν όλοι μαζί. Η χορωδία είναι χωρισμένη κατά φωνές, αντρικές και γυναικείες και συχνά παίζει τον ρόλο που έπαιζε ο χορός στην αρχαία τραγωδία. 
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΟΡΥΦΗ ΣΕΛΙΔΑΣ