Οδηγίες της σχεδιάστριας φωτισμών

Ο φωτισμός μίας θεατρικής παράστασης είναι ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς η εικόνα κάθε σκηνικού αντικειμένου ή ηθοποιού εξαρτάται αποκλειστικά από την κατεύθυνση και το χρώμα του φωτός, το οποίο πέφτει πάνω σε αυτά. Τα μέσα που έχει στη διάθεσή του ένας φωτιστής, έτσι ώστε να οδηγηθεί κάθε φορά στο αποτέλεσμα που επιθυμεί, είναι η κατεύθυνση της φωτιστικής πηγής, το χρώμα του φωτός και η ένταση του.
Αρχικά θα αναφερθούμε στην κατεύθυνση του φωτός, η οποία είναι το πιο σημαντικό εργαλείο ενός φωτιστή. Όταν αναφερόμαστε σε μία μορφή τέχνης, είναι σχεδόν αδύνατον να μιλάμε για συγκεκριμένους κανόνες. Ωστόσο, ένας γενικός κανόνας στον οποίο βασιζόμαστε είναι ο εξής: όταν η κατεύθυνση του φωτός είναι κοντά στη γραμμή που βρίσκεται στο επίπεδο του βλέμματος των θεατών, οι σκιές είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Όσο η γωνία μεταξύ της ακτίνας του φωτός και της οπτικής των θεατών μεγαλώνει, τόσο η σκιά γίνεται εντονότερη και η εικόνα του αντικειμένου ή του προσώπου πιο δραματική. Πρακτικά, τα φωτιστικά σώματα μπορούν να τοποθετηθούν είτε στο ταβάνι της σκηνής (να βιδωθούν εφόσον κριθεί ότι το ταβάνι αντέχει το βάρος τους), είτε σε τρίποδα, τα οποία τοποθετούνται πάνω στην σκηνή. Τόσο στην πρώτη, όσο και στη δεύτερη περίπτωση, οφείλουμε να έχουμε τουλάχιστον δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Χρειαζόμαστε φώτα, τα οποία να φωτίζουν τα πρόσωπα των ηθοποιών, γεγονός που σημαίνει ότι η δέσμη φωτός καταλήγει στα πρόσωπα των ηθοποιών. Χρειαζόμαστε επίσης φώτα, τα οποία φωτίζουν προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή, των οποίων η δέσμη φωτός καταλήγει στο
πίσω μέρος των ηθοποιών, όταν αυτοί κοιτούν τους θεατές. Τα δεύτερα αυτά φώτα ονομάζονται «κόντρες» και θεωρούνται απαραίτητα, καθώς με τα φώτα αυτά η θεατρική σκηνή εμφανίζεται τρισδιάστατη: είναι τα φώτα, τα οποία αναδεικνύουν το βάθος της σκηνής.
Εκτός από τις δύο αυτές κατευθύνσεις, σε ιδανική περίπτωση θα μπορούσαμε να έχουμε επίσης πλαϊνά φώτα, δηλαδή κρεμασμένα στο ταβάνι στην δεξιά ή αριστερή άκρη και με κατεύθυνση προς την σκηνή. Ακόμα, θα μπορούσαμε να έχουμε φώτα τοποθετημένα σε βάσεις, τα οποία θα ακουμπούν στο πάτωμα και θα φωτίζουν προς τα πάνω ή διαγώνια. Ακόμα, θα μπορούσαμε νε έχουμε φώτα τοποθετημένα μέσα στο σκηνικό, τα οποία, εξαιτίας της γωνίας τους, θα δημιουργούν περίεργους φωτισμούς με έντονες σκιές, οι οποίες σε ορισμένες σκηνές μπορεί να είναι απαραίτητες.
Το δεύτερο μέσο που έχει στη διάθεση του ο φωτιστής, είναι το χρώμα του φωτός. Αν χρησιμοποιηθούν με τον κατάλληλο τρόπο, χωρίς να έχουν ως αυτοσκοπό τον εντυπωσιασμό, οι ιδιότητες κάθε χρώματος μπορούν να δημιουργήσουν πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι στα μάτια των θεατών. Είναι αλήθεια, ότι η αντίληψη των χρωμάτων συνδέεται με τη φυσιολογική δομή και τις ικανότητες του ανθρώπινου σώματος. Τα ζεστά χρώματα, όπως το κόκκινο και το πορτοκαλί, αυξάνουν την κυκλοφορία του αίματος ενώ τα ψυχρά χρώματα, όπως για παράδειγμα το μπλε, τη μειώνουν. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ακριβώς πως αντιλαμβάνεται το κοινό το κάθε χρώμα ή τον συνδυασμό διαφορετικών χρωμάτων. Συνήθως επιλέγουμε να τοποθετήσουμε φίλτρα με το έντονο χρώμα στα φώτα που ονομάσαμε «κόντρες», τα οποία φωτίζουν τους ηθοποιούς στο πίσω μέρος. Με τον τρόπο αυτό πετυχαίνουμε σε κάθε σκηνή το χρώμα που επιθυμούμε, αποφεύγοντας να χρωματίζουμε τα πρόσωπα των ηθοποιών, γεγονός που συνήθως δεν είναι ιδιαίτερα κολακευτικό.
Στα φώτα, τα οποία φωτίζουν τα πρόσωπα των ηθοποιών, επιλέγουμε πιο μαλακά χρώματα, αυτά που ονομάζονται «διορθωτικά». Τα φίλτρα αυτά, τα οποία είναι ειδικά έτσι ώστε να αντέχουν σε υψηλές θερμοκρασίες χωρίς να καίγονται, τα προμηθευόμαστε από ειδικά καταστήματα. Ενδεικτικά αναφέρονται ορισμένα χρώματα με τις ονομασίες και τους κωδικούς τους: 119 – Dark blue (για το μπλε νύχτας), 202 – Half C.T.Blue (διορθωτικό ψυχρό χρώμα για τα πρόσωπα), 147 – Apricot (για το πορτοκαλί ημέρας), 153 – Pale salmon (διορθωτικό ροζ για τα πρόσωπα).
Το τελευταίο μέσο που έχει ο φωτιστής στη διάθεση του, είναι η ένταση του φωτός. Απαιτείται μία κονσόλα από την οποία μπορούμε να χειριστούμε τα φώτα, αυξομειώνοντας την ένταση ανάλογα με τις ανάγκες κάθε σκηνής. Οι προτεινόμενες κονσόλες για ένα σχολείο είναι αυτές που έχουν ενσωματωμένα dimmers και διαθέτουν έξι διαφορετικά κανάλια.
Σε ό,τι αφορά τα φωτιστικά σώματα, τα οποία μπορούν να τοποθετηθούν σε μία σκηνή σχολείου, οι επιλογές είναι πολλές. Πριν επιλέξουμε τους προβολείς, τους οποίους θα τοποθετήσουμε σε μία σκηνή, οφείλουμε να μελετήσουμε το διαθέσιμο χώρο αλλά και την αντοχή της οροφής, καθώς κάθε προβολέας έχει διαφορετικό όγκο και βάρος. Ενδεικτικά αναφέρουμε ορισμένα μικρά φωτιστικά σώματα που επιλέγονται σε μικρές σκηνές: Par 16, Σκαφάκια ιωδίου (500watt), Sill beam (με λάμπα 30 μοίρες).
Με τα εργαλεία αυτά και με την σκέψη ότι η τέχνη του θεατρικού φωτισμού βασίζεται στην έξυπνη χρήση των σκιών στη θεατρική σκηνή, ένας σχεδιαστής φωτισμών μπoρεί να πετύχει το εικαστικό αποτέλεσμα που επιθυμεί. Όπως αναφέρει και ο Louis Hartmann στο βιβλίο του Theatre Lighting – A Manual of the Stage Switchboard: «Τα φώτα είναι για το δράμα ότι η μουσική για τους στίχους ενός τραγουδιού. Κανένας άλλος παράγοντας που μπαίνει στην παραγωγή ενός έργου δεν είναι τόσο παρεμβατικός και αποτελεσματικός στη δημιουργία ατμόσφαιρας. Τα φώτα είναι τόσο απαραίτητα στο θέατρο, όσο είναι το αίμα στη ζωή».
Χριστίνα Καμμά, Σχεδιάστρια φωτισμών

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΟΡΥΦΗ ΣΕΛΙΔΑΣ