ΌπεραΩΔΕΙΟ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ

Ζωρζ Μπιζέ

Κάρμεν

ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Ο συνθέτης / O Γάλλος συνθέτης Zωρζ Mπιζέ γεννήθηκε στο Παρίσι το 1838 και πέθανε στο Mπουζιβάλ, κοντά στο Παρίσι, το 1875. Πρώτος του μουσικοδιδάσκαλος υπήρξε ο πατέρας του, καθηγητής τραγουδιού. Αργότερα, στο Ωδείο του Παρισιού, μαθήτευσε πλάι στον Ζακ Φρομαντάλ Αλεβύ, συνθέτη της όπερας Η Εβραία, του οποίου την κόρη παντρεύτηκε το 1869. Εκτός ωδείου μελέτησε με τον Σαρλ Γκουνό, που άσκησε βαθιά επιρροή στο έργο του. Το 1857, όταν ο Μπιζέ κέρδισε το περίφημο μεγάλο Βραβείο της Ρώμης, είχε ήδη συνθέσει την αξιόλογη Συμφωνία σε ντο μείζονα, η οποία ακούστηκε για πρώτη φορά μόλις το 1935. Επιστρέφοντας από τη Βίλα των Μεδίκων στο Παρίσι, έπρεπε να φροντίσει τα ισχνά του οικονομικά. Η όπερά του Αλιείς μαργαριταριών (1863) δεν σημείωσε την αναμενόμενη επιτυχία. Μετά τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο (1870) διορίστηκε διευθυντής χορωδίας στην παρισινή Όπερα, αλλά προτίμησε τη θέση του κορεπετίτορα –υπευθύνου μουσικής προετοιμασίας μονωδών– στην Κωμική Όπερα. Το 1872 γνώρισε την πρώτη μεγάλη επιτυχία χάρη στη μουσική που συνέθεσε για θεατρικό βασισμένο στο μυθιστόρημα Η Αρλεζιάννα του Αλφόνς Ντωντέ. Τον Μάρτιο του 1875 έζησε την ταραχώδη πρεμιέρα της Κάρμεν, δεν χάρηκε όμως την τεράστια καταξίωση του έργου, αφού πέθανε μόλις λίγους μήνες μετά, σε ηλικία 36 ετών.

Το έργο / Σε ποιητικό κείμενο του Ανρί Μεγιάκ (1831-1897) και του Λυντοβίκ Αλεβύ (1834-1908), η Κάρμεν βασίζεται στην ομότιτλη νουβέλα (1845) του Προσπέρ Μεριμέ (1803-1870). Ο γαλλικός όρος «opéra comique» δεν υπαινίσσεται κωμικά στοιχεία, αλλά αφορά χαρακτηριστικά δομής και αισθητικής, όπως οι διάλογοι πρόζας. Το 1875, με αφορμή την παρουσίαση της Κάρμεν στη Βιέννη, ο Ερνέστ Γκυρώ (1837-1892) τους αντικατέστησε με μελοποιημένους διαλόγους – ρετσιτατίβα. Επίσης, πρόσθεσε σκηνές χορού δανειζόμενος μουσική από τη σουίτα Η Αρλεζιάννα και από την όπερα Η ωραία κόρη του Περθ του Μπιζέ.

Αρχικά η όπερα σχεδιάστηκε ως τρίπρακτη ενώ στη συνέχεια η 2η σκηνή της Γ΄ Πράξης αυτονομήθηκε, αποτελώντας την Δ΄ Πράξη.

Η Κάρμεν, μια Τσιγγάνα, εργάζεται σε ένα καπνεργοστάσιο στη Σεβίλλη, φρουρούμενο από στρατιώτες. Βρίσκεται κατηγορούμενη όταν αρνείται να απολογηθεί για έναν καβγά στον υπολοχαγό της φρουράς. Αποπλανεί τον δεκανέα που θα την οδηγούσε στη φυλακή: τον Δον Χοσέ, λογοδοσμένο με τη χωρική Μικαέλα. Αφήνει την Κάρμεν να δραπετεύσει και καταλήγει ο ίδιος στη φυλακή. Όταν αποφυλακίζεται, η Κάρμεν τον πείθει να λιποτακτήσει, καθώς μόλις συγκρούστηκε με τον υπολοχαγό του. Μπορεί να φανεί χρήσιμος στους λαθρεμπόρους συνεργούς της. Γρήγορα όμως τον βαριέται και ερωτεύεται έναν ταυρομάχο, τον Εσκαμίγιο. Στο βουνό, κρησφύγετο των λαθρεμπόρων, εμφανίζονται την ίδια νύχτα ο Εσκαμίγιο, αναζητώντας την Κάρμεν, και η Μικαέλα, που λέει στον Δον Χοσέ ότι η μητέρα του είναι ετοιμοθάνατη. Ο Δον Χοσέ προειδοποιεί την Κάρμεν πως θα συναντηθούν πάλι. Αργότερα την εντοπίζει στις πύλες της αρένας. Την παρακαλεί να φύγουν μαζί. Όταν εκείνη τον απορρίπτει ευθέως, ο Δον Χοσέ τη μαχαιρώνει και παραδίδεται στις αρχές.

Πρεμιέρες / Η Κάρμεν δόθηκε για πρώτη φορά στην Αίθουσα Φαβάρ του Παρισιού από τον θίασο της Κωμικής Όπερας στις 3 Μαρτίου 1875. Τον κεντρικό ρόλο ερμήνευσε η Σελεστίν Γκαλλί-Μαριέ. Για την καταξίωση της όπερας σημαντική υπήρξε η παραγωγή της Βιέννης τον Οκτώβριο του 1875.

Στην Ελλάδα τεκμηριώνονται παραστάσεις ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα στην Κέρκυρα (1889, 1890, 1895), στην Κεφαλονιά (1890), στην Αθήνα (1899) και στην Πάτρα (1900/01), ενώ αναφέρονται πολυάριθμες παραγωγές, κυρίως του Ελληνικού Μελοδράματος, μέχρι την ίδρυση της Λυρικής το 1939. Στο ρεπερτόριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής η Κάρμεν εντάχθηκε την περίοδο 1941/42, με την Κίτσα Δαμασιώτη στον κεντρικό ρόλο. Διεύθυνε ο Αντίοχος Ευαγγελάτος.

ΣΥΝΟΨΗ

Πράξη Α΄ / Σεβίλλη, περ. 1830. Στρατιώτες που φρουρούν ένα καπνεργοστάσιο πληροφορούν μια νεαρή χωρική, τη Μικαέλα, ότι ο αγαπημένος της δεκανέας Δον Χοσέ θα καταφτάσει με τη νέα φρουρά. Ακούγεται το καμπανάκι του εργοστασίου· οι καπνεργάτριες πρέπει να επιστρέψουν στη δουλειά. Ανάμεσά τους η Κάρμεν, μια Τσιγγάνα, τραγουδά στους θαυμαστές της για την ελεύθερη φύση του έρωτα. Προκλητικά, ρίχνει ένα λουλούδι στον Δον Χοσέ, ο οποίος το μαζεύει. Εμφανίζεται πάλι η Μικαέλα, που μεταφέρει στον Δον Χοσέ ένα φιλί και ένα γράμμα της μητέρας του, όπου του υποδεικνύει τη Μικαέλα ως σύζυγο. Ακούγονται oι καπνεργάτριες να καβγαδίζουν: Η Κάρμεν σημάδεψε με μαχαίρι μια εργάτρια, αλλά αρνείται πεισματικά να δώσει εξηγήσεις. Ο Θουνίγα, υπολοχαγός της φρουράς, διατάζει τον Δον Χοσέ να την οδηγήσει στη φυλακή. Μόλις μένουν μόνοι, η Κάρμεν ασκεί όλη της τη γοητεία στον δεκανέα: Ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωσή της του υπόσχεται τον έρωτά της. Ο Δον Χοσέ τη βοηθά να δραπετεύσει.

Πράξη Β΄ / Στο πανδοχείο του Λίγιας Πάστια νεαρές Τσιγγάνες ψυχαγωγούν αξιωματικούς. Η Κάρμεν πληροφορείται ότι ο Δον Χοσέ βγήκε από τη φυλακή, αφού εξέτισε ποινή ενός μήνα και υποβιβάστηκε σε απλό στρατιώτη επειδή την ελευθέρωσε. Περνά η πομπή που συνοδεύει τον διάσημο ταυρομάχο Εσκαμίγιο. Αυτός γοητεύεται από την Κάρμεν, η οποία τον αφήνει να ελπίζει. Λαθρέμποροι φίλοι της έχουν καταστρώσει σχέδιο δράσης, στο οποίο η Κάρμεν αρνείται να συμμετάσχει γιατί, όπως εξηγεί, είναι ερωτευμένη με τον στρατιώτη. Υπόσχεται όμως να τους βρει αργότερα στο βουνό. Φτάνει ο Δον Χοσέ, και η Κάρμεν χορεύει γι’ αυτόν. Μόλις της λέει πως θα φύγει σε υπηρεσία, η Κάρμεν μένει ασυγκίνητη ακόμα και στη θέα του λουλουδιού της πρώτης τους γνωριμίας, που ο Δον Χοσέ έχει φυλάξει. Αν την αγαπά, του τονίζει, θα πρέπει να την ακολουθήσει στο βουνό. Επιστρέφει ο υπολοχαγός, ελπίζοντας να βρει την Κάρμεν μόνη. Γεμάτος ζήλια, ο Δον Χοσέ του επιτίθεται. Έτσι, δεν έχει πια άλλη επιλογή παρά να ακολουθήσει την Κάρμεν.

Πράξη Γ΄, Εικόνα 1η / Στο βουνό η Κάρμεν και ο Δον Χοσέ φιλονικούν πάλι. Οι Τσιγγάνες ρίχνουν τα χαρτιά· στην Κάρμεν βγαίνει μονάχα θάνατος. Οι λαθρέμποροι ξεκινούν, και οι γυναίκες αναλαμβάνουν να κρατήσουν τους τελωνειακούς απασχολημένους. Ο Δον Χοσέ παραφυλά. Ένας οδηγός φέρνει στο βουνό τη Μικαέλα, που κρύβεται όταν ακούει τον αγαπημένο της να πυροβολεί. Ο Εσκαμίγιο διαμαρτύρεται ότι η αδέσποτη σφαίρα κόντεψε να τον σκοτώσει· έφτασε ως εκεί καθώς άκουσε ότι η Κάρμεν βαρέθηκε τον εραστή της. Ο Δον Χοσέ τον προκαλεί σε μονομαχία. Την κρίσιμη στιγμή τούς διακόπτει η Κάρμεν. Ο Εσκαμίγιο προσκαλεί τη συντροφιά στην επόμενη ταυρομαχία. Εμφανίζεται η Μικαέλα, που πληροφορεί τον Δον Χοσέ ότι η μητέρα του πεθαίνει. Εκείνος, αφού προειδοποιεί την Κάρμεν ότι θα ξαναβρεθούν, φεύγει με την κοπέλα.

Εικόνα / Έξω από την αρένα της Σεβίλλης έμποροι πωλούν την πραμάτεια τους ενώ ο κόσμος προσέρχεται για την ταυρομαχία. Καταφτάνουν ο Εσκαμίγιο και η Κάρμεν. Την προειδοποιούν ότι ο Δον Χοσέ κρύβεται ανάμεσα στο πλήθος, όμως η Κάρμεν παραμένει στις πύλες, έτοιμη να τον αντιμετωπίσει. Ο Δον Χοσέ την ικετεύει πιεστικά να τον ακολουθήσει. Εκείνη του λέει ξεκάθαρα ότι δεν τον αγαπά και πως προτιμά να πεθάνει παρά να χάσει την ελευθερία της. Ακούγοντας τις ζητωκραυγές, σπεύδει να μοιραστεί τον θρίαμβο του Εσκαμίγιο, όμως ο Δον Χοσέ την εμποδίζει. Όταν του επιστρέφει και το δαχτυλίδι που της έχει δώσει, ο Δον Χοσέ τη μαχαιρώνει, την ίδια στιγμή που ο ταύρος λαβώνεται από τον Εσκαμίγιο. Μετά την ταυρομαχία ο κόσμος αντικρίζει τον Δον Χοσέ, με τη νεκρή Κάρμεν στην αγκαλιά του, να ομολογεί το έγκλημά του.


ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΟΡΥΦΗ ΣΕΛΙΔΑΣ