ΌπεραΑΙΘΟΥΣΑ ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΙΑΡΧΟΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΛΥΡΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ · Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος

Τζάκομο Πουτσίνι

Μποέμ

ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Η Μποέμ με μια ματιά

Ο συνθέτης / Ο Τζάκομο Πουτσίνι γεννήθηκε στη Λούκκα της Τοσκάνης στις 22 Δεκεμβρίου 1858. Δεν ήταν μόνον το πέμπτο από επτά αδέλφια, αλλά και ο πέμπτος κατά σειρά μουσικός μιας οικογένειας απ’ όπου κατάγονταν οργανιστές του καθεδρικού ναού της πόλης, αρχιμουσικοί και συνθέτες κυρίως εκκλησιαστικής μουσικής. Μέχρι σήμερα ο Πουτσίνι παραμένει ένας από τους επιτυχέστερους Ιταλούς συνθέτες όπερας, καθώς τα περισσότερα έργα του βρίσκονται σταθερά στο ρεπερτόριο των λυρικών θεάτρων του κόσμου. Η προσωπική του γλώσσα διαμορφώθηκε με μεγάλη σαφήνεια ήδη από την τρίτη του όπερα, Μανόν Λεσκώ (1893), ενώ με τα επόμενα τρία έργα του, Μποέμ (1896), Τόσκα (1900) και Μαντάμα Μπαττερφλάι (1904), αναγνωρίστηκε ως ο σημαντικότερος διάδοχος του Τζουζέππε Βέρντι. Η πρόδηλα μελωδική μουσική και η έντονη θεατρικότητα που χαρακτηρίζουν τις όπερές του απάντησαν με επιτυχία στα αιτήματα της εποχής. Πέθανε το 1924, αφήνοντας ανολοκλήρωτη την τελευταία του όπερα, Τουραντότ (1926).

Το έργο / Η Μποέμ, λυρικές σκηνές σε τέσσερις εικόνες, βασίζεται στη νουβέλα Σκηνές απ’ την μποέμικη ζωή (1845/8, 1851) του Ανρύ Μυρζέρ και στο θεατρικό H μποέμικη ζωή (1849), το οποίο εμπνεύστηκε από αυτήν ο Τεοντόρ Μπαρριέρ. Το ποιητικό κείμενο είναι των Τζουζέππε Τζακόζα και Λουίτζι Ίλλικα. Η υπόθεση αφορά τον έρωτα ανάμεσα στον ποιητή Ροντόλφο και στη ράφτρα Μιμή, από τη στιγμή που συναντιούνται έως τον άτυχο θάνατο της κοπέλας από φυματίωση.

Πρεμιέρες / Η Μποέμ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο ιταλικό κοινό την 1η Φεβρουαρίου 1896 στο Βασιλικό Θέατρο του Τορίνου υπό τη διεύθυνση του Αρτούρο Τοσκανίνι.

Στην Αθήνα αναφέρεται παράσταση του έργου στα ιταλικά ήδη από το Μάιο του 1898. Παρακολουθώντας στενά τις εξελίξεις στη διεθνή μουσική σκηνή, ο συνθέτης Διονύσιος Λαυράγκας επέλεξε την ίδια όπερα ως εναρκτήριο έργο του Γ΄ Ελληνικού Μελοδράματος. Η παράσταση δόθηκε στις 26 Απριλίου 1900 στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών.
Από την Εθνική Λυρική Σκηνή η Μποέμ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 17 Απριλίου 1948, σε μουσική διεύθυνση του Αντίοχου Ευαγγελάτου.


 

Σύνοψη του πρωτοτύπου

Εικόνα 1η / Παρίσι, παραμονή Χριστουγέννων. Ο ποιητής Ροντόλφο και ο ζωγράφος Μαρτσέλλο, φτωχοί καλλιτέχνες, εργάζονται στην κρύα σοφίτα τους. Τους επισκέπτονται δυο φίλοι, ο φιλόσοφος Κολλίνε και ο μουσικός Σωνάρ. Η παρέα αποφασίζει να περάσει το βράδυ στο καφέ Μομύς. Και οι τέσσερις αποφεύγουν το σπιτονοικοκύρη, που εμφανίζεται αναπάντεχα, και ξεκινούν. Μόνον ο Ροντόλφο μένει για λίγο πίσω, προκειμένου να ολοκληρώσει το γραπτό του. Κάποιος χτυπά την πόρτα. Εμφανίζεται η Μιμή, μια ράφτρα, που ζητά φωτιά για να ανάψει το κερί της, που έχει σβήσει. Η φλόγα που της προσφέρει ο Ροντόλφο πυροδοτεί κι έναν κεραυνοβόλο έρωτα, που διακόπτεται από τις φωνές των συντρόφων του, που τον καλούν να τους ακολουθήσει.

Εικόνα 2η / Ο Ροντόλφο και η Μιμή συναντούν την παρέα στο καφέ Μομύς, στη γεμάτη ζωή παρισινή γειτονιά Καρτιέ Λατέν. Μικρή ταραχή προκαλεί η είσοδος της Μουζέττας, πρώην ερωμένης του Μαρτσέλλο, που συνοδεύεται από καινούριο, εύπορο θαυμαστή. Δεν αργεί να ξεφορτωθεί τον πλούσιο άντρα, για να πέσει ξανά στην αγκαλιά του Μαρτσέλλο. Όταν φτάνει ο λογαριασμός για όσα έχουν καταναλώσει, η ανέμελη συντροφιά το σκάει και αφήνει τον εύπορο θαυμαστή της Μουζέττας να πληρώσει.

Εικόνα 3η / Ξημερώματα, ένα κρύο πρωινό του Φεβρουαρίου έξω από μια ταβέρνα στα όρια της πόλης. Η Μιμή εισέρχεται αναζητώντας τον Μαρτσέλλο. Βήχει αφόρητα και του αφηγείται ότι ο Ροντόλφο ζηλεύει παθολογικά. Βλέποντάς τον να πλησιάζει, η Μιμή αποτραβιέται θέλοντας να αποφύγει μια σύγκρουση μαζί του. Τον ακούει να εξηγεί στον Μαρτσέλλο πως οι σκηνές ζηλοτυπίας δεν κρύβουν παρά την ανησυχία του για την κατάσταση της υγείας της. Ο έντονος βήχας προδίδει την κρυμμένη Μιμή, ενώ το γέλιο της Μουζέττας παρασύρει τον Μαρτσέλλο πάλι μέσα στην ταβέρνα. εξομολογούμενοι μία ακόμη φορά τον έρωτά τους, η Μιμή και ο Ροντόλφο αποφασίζουν να μείνουν μαζί έως την άνοιξη, ενώ η Μουζέττα και ο Μαρτσέλλο βγαίνουν από την ταβέρνα καβγαδίζοντας έντονα.

Εικόνα 4η / Στη σοφίτα της μποέμικης συντροφιάς, ο Ροντόλφο και ο Μαρτσέλλο συζητούν για τη Μιμή και τη Μουζέττα. Καταφτάνουν ο Κολλίνε και ο Σωνάρ. Οι τέσσερις φίλοι αρχίζουν τα παιχνίδια και τους αστεϊσμούς, ώσπου εισέρχεται έντρομη η Μουζέττα. Τους αναγγέλλει ότι η Μιμή είναι βαριά άρρωστη. Τη βοηθούν να περάσει μέσα και αποφασίζουν να πουλήσουν τα υπάρχοντά τους ώστε να εξοικονομήσουν χρήματα και να καλέσουν ένα γιατρό. Μόνοι, ο Ροντόλφο και η Μιμή θυμούνται την πρώτη τους συνάντηση. Όταν επιστρέφουν οι υπόλοιποι, η Μιμή λιποθυμά. Ο Σωνάρ διαπιστώνει ότι δεν πρόκειται να ξυπνήσει από το γαλήνιο ύπνο της και ο Ροντόλφο ξεσπά.

ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΟΡΥΦΗ ΣΕΛΙΔΑΣ